μεταμφιέζω
•
- μεταβάλλω την εξωτερική αμφίεση ή εμφάνιση κάποιου, ώστε να μην αναγνωρίζεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταμφιέζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεταμφιέζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μεταμφιάζω < μεταμφιέννυμι / μεταμφιεννύω < μετ- (μετά) + αρχαία ελληνική ἀμφιέννυμι / ἀμφιεννύω < ἀμφί + ἕννυμι / ἑννύω < *ϝέσνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wes (ντύνω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταμφιέζω | μεταμφιέζεις | μεταμφιέζει | μεταμφιέζουμε | μεταμφιέζετε | μεταμφιέζουν / μεταμφιέζουνε |
| Παρατατικός | μεταμφίεζα | μεταμφίεζες | μεταμφίεζε | μεταμφιέζαμε | μεταμφιέζατε | μεταμφίεζαν / μεταμφιέζαν / μεταμφιέζανε |
| Αόριστος | μεταμφίεσα | μεταμφίεσες | μεταμφίεσε | μεταμφιέσαμε | μεταμφιέσατε | μεταμφίεσαν / μεταμφιέσαν / μεταμφιέσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταμφιέζω / θα μεταμφιέσω | θα μεταμφιέζεις / θα μεταμφιέσεις | θα μεταμφιέζει / θα μεταμφιέσει | θα μεταμφιέζουμε / θα μεταμφιέσουμε | θα μεταμφιέζετε / θα μεταμφιέσετε | θα μεταμφιέζουν / θα μεταμφιέζουνε / θα μεταμφιέσουν / θα μεταμφιέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταμφιέσει | έχεις μεταμφιέσει | έχει μεταμφιέσει | έχουμε μεταμφιέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταμφιέσει | είχες μεταμφιέσει | είχε μεταμφιέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταμφιέσει / να μεταμφιέζω / να μεταμφιέσω | να έχεις μεταμφιέσει / να μεταμφιέζεις / να μεταμφιέσεις | να έχει μεταμφιέσει / να μεταμφιέζει / να μεταμφιέσει | να έχουμε μεταμφιέσει / να μεταμφιέζουμε / να μεταμφιέσουμε | να μεταμφιέζετε / να μεταμφιέσετε | να μεταμφιέζουν / να μεταμφιέζουνε / να μεταμφιέσουν / να μεταμφιέσουνε |
| Προστακτική | — | μεταμφίεζε / μεταμφίεσε | — | — | μεταμφιέζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεταμφιέστηκαμεταμφιέζομαιμεταμφιέστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →