μασουρίζω
•
- σχηματίζω μασούρι, φυλάγω κάτι τοποθετώντας το σε μασούρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασουρίζω < μασούρι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μασουρίζω | μασουρίζεις | μασουρίζει | μασουρίζουμε | μασουρίζετε | μασουρίζουν / μασουρίζουνε |
| Παρατατικός | μασούριζα | μασούριζες | μασούριζε | μασουρίζαμε | μασουρίζατε | μασουρίζαν / μασουρίζανε / μασούριζαν |
| Αόριστος | μασούρισα | μασούρισες | μασούρισε | μασουρίσαμε | μασουρίσατε | μασουρίσαν / μασουρίσανε / μασούρισαν |
| Μέλλοντας | θα μασουρίζω / θα μασουρίσω | θα μασουρίζεις / θα μασουρίσεις | θα μασουρίζει / θα μασουρίσει | θα μασουρίζουμε / θα μασουρίσουμε | θα μασουρίζετε / θα μασουρίσετε | θα μασουρίζουν / θα μασουρίζουνε / θα μασουρίσουν / θα μασουρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μασουρίσει | έχεις μασουρίσει | έχει μασουρίσει | έχουμε μασουρίσει | έχετε μασουρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μασουρίσει | είχες μασουρίσει | είχε μασουρίσει | είχαμε μασουρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μασουρίσει / να μασουρίζω / να μασουρίσω | να έχεις μασουρίσει / να μασουρίζεις / να μασουρίσεις | να έχει μασουρίσει / να μασουρίζει / να μασουρίσει | να έχουμε μασουρίσει / να μασουρίζουμε / να μασουρίσουμε | να έχετε μασουρίσει / να μασουρίζετε / να μασουρίσετε | να μασουρίζουν / να μασουρίζουνε / να μασουρίσουν / να μασουρίσουνε |
| Προστακτική | — | μασούριζε / μασούρισε | — | — | μασουρίζετε / μασουρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →