μασούρι
•
- πρόχειρο εργαλείο από χαρτί, ξύλο ή μέταλλο σε σχήμα κυλίνδρου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκάθε τι που είναι τυλιγμένο σε κύλινδρο Βικιλεξικό
- πήρε από την αγορά 2 μασούρια κανέλα σε τιμή ευκαιρίας
- μάζεψε τα ψιλά σε μασούρια να τα πάμε στην τράπεζα
- ειδικότερακέρματα τυλιγμένα σε κύλινδρο ή χαρτονομίσματα τυλιγμένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασούρι < μεσαιωνική ελληνική μασούριον (υποκοριστικό για το οθωμανικό τουρκικό) < οθωμανική τουρκική ماسوره (masura / masra) < αραβική ماسورة (māsūra)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μασούρι | μασούρια |
| Γενική | μασουριού | μασουριών |
| Αιτιατική | μασούρι | μασούρια |
| Κλητική | μασούρι | μασούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →