Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μασούρι

/maˈsu.ri/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πρόχειρο εργαλείο από χαρτί, ξύλο ή μέταλλο σε σχήμα κυλίνδρου Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκάθε τι που είναι τυλιγμένο σε κύλινδρο Βικιλεξικό
    • πήρε από την αγορά 2 μασούρια κανέλα σε τιμή ευκαιρίας
    • μάζεψε τα ψιλά σε μασούρια να τα πάμε στην τράπεζα
  3. ειδικότερακέρματα τυλιγμένα σε κύλινδρο ή χαρτονομίσματα τυλιγμένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μασούρι < μεσαιωνική ελληνική μασούριον (υποκοριστικό για το οθωμανικό τουρκικό) < οθωμανική τουρκική ماسوره (masura / masra) < αραβική ماسورة (māsūra)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμασούριμασούρια
Γενικήμασουριούμασουριών
Αιτιατικήμασούριμασούρια
Κλητικήμασούριμασούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →