μαστίζω
•
- ταλαιπωρώ με δεινά σαν μάστιγα, προκαλώ μεγάλες καταστροφές και δυστυχία, ερημώνω, καταστρέφω, αφανίζω Βικιλεξικό
- Αυτή η αρρώστια μαστίζει όλα τα δέντρα του κάμπου.
- Η Αϊτή μαστιζόταν από αρρώστιες μετά το σεισμό των 7 ρίχτερ το 2010.
- Η σημερινή νεολαία μαστίζεται από την λεξιπενία.
Ετυμολογία
μαστίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαστίζω (μαστιγώνω), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική flageller
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαστίζω | μαστίζεις | μαστίζει | μαστίζουμε | μαστίζετε | μαστίζουν / μαστίζουνε |
| Παρατατικός | μάστιζα | μάστιζες | μάστιζε | μαστίζαμε | μαστίζατε | μάστιζαν / μαστίζαν / μαστίζανε |
| Αόριστος | μάστισα | μάστισες | μάστισε | μαστίσαμε | μαστίσατε | μάστισαν / μαστίσαν / μαστίσανε |
| Μέλλοντας | θα μαστίζω / θα μαστίσω | θα μαστίζεις / θα μαστίσεις | θα μαστίζει / θα μαστίσει | θα μαστίζουμε / θα μαστίσουμε | θα μαστίζετε / θα μαστίσετε | θα μαστίζουν / θα μαστίζουνε / θα μαστίσουν / θα μαστίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαστίσει | έχεις μαστίσει | έχει μαστίσει | έχουμε μαστίσει | έχετε μαστίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαστίσει | είχες μαστίσει | είχε μαστίσει | είχαμε μαστίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαστίσει / να μαστίζω / να μαστίσω | να έχεις μαστίσει / να μαστίζεις / να μαστίσεις | να έχει μαστίσει / να μαστίζει / να μαστίσει | να έχουμε μαστίσει / να μαστίζουμε / να μαστίσουμε | να έχετε μαστίσει / να μαστίζετε / να μαστίσετε | να μαστίζουν / να μαστίζουνε / να μαστίσουν / να μαστίσουνε |
| Προστακτική | — | μάστιζε / μάστισε | — | — | μαστίζετε / μαστίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →