ματίζω
•
- ενώνω δύο ομοειδή αντικείμενα που το ένα αποτελεί προέκταση ή συνέχεια του άλλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ματίζω < αρχαία ελληνική ἁμματίζω < ἅμμα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ματίζω | ματίζεις | ματίζει | ματίζουμε | ματίζετε | ματίζουν / ματίζουνε |
| Παρατατικός | μάτιζα | μάτιζες | μάτιζε | ματίζαμε | ματίζατε | μάτιζαν / ματίζαν / ματίζανε |
| Αόριστος | μάτισα | μάτισες | μάτισε | ματίσαμε | ματίσατε | μάτισαν / ματίσαν / ματίσανε |
| Μέλλοντας | θα ματίζω / θα ματίσω | θα ματίζεις / θα ματίσεις | θα ματίζει / θα ματίσει | θα ματίζουμε / θα ματίσουμε | θα ματίζετε / θα ματίσετε | θα ματίζουν / θα ματίζουνε / θα ματίσουν / θα ματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ματίσει | έχεις ματίσει | έχει ματίσει | έχουμε ματίσει | έχετε ματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ματίσει | είχες ματίσει | είχε ματίσει | είχαμε ματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ματίσει / να ματίζω / να ματίσω | να έχεις ματίσει / να ματίζεις / να ματίσεις | να έχει ματίσει / να ματίζει / να ματίσει | να έχουμε ματίσει / να ματίζουμε / να ματίσουμε | να έχετε ματίσει / να ματίζετε / να ματίσετε | να ματίζουν / να ματίζουνε / να ματίσουν / να ματίσουνε |
| Προστακτική | — | μάτιζε / μάτισε | — | — | ματίζετε / ματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →