μαχαιρώνω
•
- πλήττω με μαχαίρι κάποιον, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ή τον σκοτωμό του Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξουθενώνω, τραυματίζω, πληρώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαχαιρώνω < μαχαίρ(ι) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαχαιρώνω | μαχαιρώνεις | μαχαιρώνει | μαχαιρώνουμε | μαχαιρώνετε | μαχαιρώνουν / μαχαιρώνουνε |
| Παρατατικός | μαχαίρωνα | μαχαίρωνες | μαχαίρωνε | μαχαιρώναμε | μαχαιρώνατε | μαχαίρωναν / μαχαιρώναν / μαχαιρώνανε |
| Αόριστος | μαχαίρωσα | μαχαίρωσες | μαχαίρωσε | μαχαιρώσαμε | μαχαιρώσατε | μαχαίρωσαν / μαχαιρώσαν / μαχαιρώσανε |
| Μέλλοντας | θα μαχαιρώνω / θα μαχαιρώσω | θα μαχαιρώνεις / θα μαχαιρώσεις | θα μαχαιρώνει / θα μαχαιρώσει | θα μαχαιρώνουμε / θα μαχαιρώσουμε | θα μαχαιρώνετε / θα μαχαιρώσετε | θα μαχαιρώνουν / θα μαχαιρώνουνε / θα μαχαιρώσουν / θα μαχαιρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαχαιρώσει | έχεις μαχαιρώσει | έχει μαχαιρώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαχαιρώσει | είχες μαχαιρώσει | είχε μαχαιρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαχαιρώσει / να μαχαιρώνω / να μαχαιρώσω | να έχεις μαχαιρώσει / να μαχαιρώνεις / να μαχαιρώσεις | να έχει μαχαιρώσει / να μαχαιρώνει / να μαχαιρώσει | να μαχαιρώνουμε / να μαχαιρώσουμε | να μαχαιρώνετε / να μαχαιρώσετε | να μαχαιρώνουν / να μαχαιρώνουνε / να μαχαιρώσουν / να μαχαιρώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε μαχαιρωμένο / μαχαίρωνε / μαχαίρωσε | — | — | μαχαιρώνετε / μαχαιρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαχαιρώθηκαμαχαιρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →