Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαχαλάς

/ma.xaˈlas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η γειτονιά των γύφτων Βικιλεξικό
  2. λαϊκότροπογειτονιά Βικιλεξικό
    • μένει στον πάνω μαχαλά (του χωριού)
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ συχαρίκια, [διήγημα], (1894) @papadiamantis.org, (Τὰ συχαρίκια στη Βικιθήκη)
  3. λαϊκότροποσυνοικία Βικιλεξικό
    • είχε μαγαζί στον ελληνικό μαχαλά της Πόλης.
    • Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  4. λαϊκότροποευρύτερο τμήμα πόλης, που διακρίνετα σε πάνω, κάτω, βόρειο, νότιο, ανατολικό ή δυτικό Βικιλεξικό
    • Η πόλη της Σμύρνης διακρινόταν στον "πάνω μαχαλά" και στον "κάτω μαχαλά".

Ετυμολογία

μαχαλάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική mahalle < αραβική محل (mahalla)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαχαλάςμαχαλάδες
Γενικήμαχαλάμαχαλάδων
Αιτιατικήμαχαλάμαχαλάδες
Κλητικήμαχαλάμαχαλάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →