Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλείο

/me.ɣaˈli.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ιδιότητα ενός πράγματος να εντυπωσιάζει με το μεγάλο μέγεθος, δύναμη, πλούτο, πολιτισμό κλπ Βικιλεξικό
    • το μεγαλείο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού
    • Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)
    • οι Μέδικοι, σε βίο τρυφηλό δοσμένοι, ωραιοπαθείς, ηδονολάτρες, εκστασιαζόμενοι μπροστά σε έργα ανθρώπινα που τάχα εδόξαζαν μα στην πραγματικότητα αμφισβητούσαν το μεγαλείο του Κυρίου. (Νέα Εστία, τόμος 86, 1969, σελ. 1061)
  2. ο πλούτος και η πολυτέλεια Βικιλεξικό
    • δεν θέλω πλούτη και μεγαλεία

Ετυμολογία

μεγαλείο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μεγαλείος (μεσαιωνική ελληνική)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεγαλείομεγαλεία
Γενικήμεγαλείουμεγαλείων
Αιτιατικήμεγαλείομεγαλεία
Κλητικήμεγαλείομεγαλεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →