μεγαλουργώ
•
- δημιουργώ κάτι εξαιρετικά σημαντικό, κατορθώνω κατι αξιοσημείωτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλουργώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεγαλουργῶ (κλίση -έω, *μεγαλουργέω < *μεγαλοεργέω) < μεγαλουργός. Μορφολογικά αναλύεται σε μεγαλ- + -ουργώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεγαλουργώ | μεγαλουργείς | μεγαλουργεί | μεγαλουργούμε | μεγαλουργείτε | μεγαλουργούν / μεγαλουργούνε |
| Παρατατικός | μεγαλουργούσα | μεγαλουργούσες | μεγαλουργούσε | μεγαλουργούσαμε | μεγαλουργούσατε | μεγαλουργούσαν / μεγαλουργούσανε |
| Αόριστος | μεγαλούργησα | μεγαλούργησες | μεγαλούργησε | μεγαλουργήσαμε | μεγαλουργήσατε | μεγαλουργήσαν / μεγαλουργήσανε / μεγαλούργησαν |
| Μέλλοντας | θα μεγαλουργήσω / θα μεγαλουργώ | θα μεγαλουργήσεις / θα μεγαλουργείς | θα μεγαλουργήσει / θα μεγαλουργεί | θα μεγαλουργήσουμε / θα μεγαλουργούμε | θα μεγαλουργήσετε / θα μεγαλουργείτε | θα μεγαλουργήσουν / θα μεγαλουργήσουνε / θα μεγαλουργούν / θα μεγαλουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω μεγαλουργήσει | έχεις μεγαλουργήσει | έχει μεγαλουργήσει | έχουμε μεγαλουργήσει | έχετε μεγαλουργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεγαλουργήσει | είχες μεγαλουργήσει | είχε μεγαλουργήσει | είχαμε μεγαλουργήσει | είχατε μεγαλουργήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσω / να μεγαλουργώ | να έχεις μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσεις / να μεγαλουργείς | να έχει μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσει / να μεγαλουργεί | να έχουμε μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσουμε / να μεγαλουργούμε | να έχετε μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσετε / να μεγαλουργείτε | να μεγαλουργήσουν / να μεγαλουργήσουνε / να μεγαλουργούν / να μεγαλουργούνε |
| Προστακτική | — | μεγαλούργησε | — | — | μεγαλουργήστε / μεγαλουργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →