Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγαλουργώ

/me.ɣa.luɾˈɣo/ρήμα
•
  1. δημιουργώ κάτι εξαιρετικά σημαντικό, κατορθώνω κατι αξιοσημείωτο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεγαλουργώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεγαλουργῶ (κλίση -έω, *μεγαλουργέω < *μεγαλοεργέω) < μεγαλουργός. Μορφολογικά αναλύεται σε μεγαλ- + -ουργώ.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεγαλουργώμεγαλουργείςμεγαλουργείμεγαλουργούμεμεγαλουργείτεμεγαλουργούν / μεγαλουργούνε
Παρατατικόςμεγαλουργούσαμεγαλουργούσεςμεγαλουργούσεμεγαλουργούσαμεμεγαλουργούσατεμεγαλουργούσαν / μεγαλουργούσανε
Αόριστοςμεγαλούργησαμεγαλούργησεςμεγαλούργησεμεγαλουργήσαμεμεγαλουργήσατεμεγαλουργήσαν / μεγαλουργήσανε / μεγαλούργησαν
Μέλλονταςθα μεγαλουργήσω / θα μεγαλουργώθα μεγαλουργήσεις / θα μεγαλουργείςθα μεγαλουργήσει / θα μεγαλουργείθα μεγαλουργήσουμε / θα μεγαλουργούμεθα μεγαλουργήσετε / θα μεγαλουργείτεθα μεγαλουργήσουν / θα μεγαλουργήσουνε / θα μεγαλουργούν / θα μεγαλουργούνε
Παρακείμενοςέχω μεγαλουργήσειέχεις μεγαλουργήσειέχει μεγαλουργήσειέχουμε μεγαλουργήσειέχετε μεγαλουργήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μεγαλουργήσειείχες μεγαλουργήσειείχε μεγαλουργήσειείχαμε μεγαλουργήσειείχατε μεγαλουργήσει—
Υποτακτικήνα έχω μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσω / να μεγαλουργώνα έχεις μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσεις / να μεγαλουργείςνα έχει μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσει / να μεγαλουργείνα έχουμε μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσουμε / να μεγαλουργούμενα έχετε μεγαλουργήσει / να μεγαλουργήσετε / να μεγαλουργείτενα μεγαλουργήσουν / να μεγαλουργήσουνε / να μεγαλουργούν / να μεγαλουργούνε
Προστακτική—μεγαλούργησε——μεγαλουργήστε / μεγαλουργείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →