μεγαλουσιάνος
•
- προφορικόαυτός που ζει σε αστικό κέντρο Βικιλεξικό
- προφορικόαυτός που κατέχει υψηλή κοινωνική θέση ή είναι ανώτερος ιεραρχικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγαλουσιάνος < μεγάλος + -ουσιάνος (πβ. πρωτευουσιάνος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλουσιάνος | μεγαλουσιάνοι |
| Γενική | μεγαλουσιάνου | μεγαλουσιάνων |
| Αιτιατική | μεγαλουσιάνο | μεγαλουσιάνους |
| Κλητική | μεγαλουσιάνε | μεγαλουσιάνοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →