μεγαλόσωμος
•
- για άνθρωπο ή ζώοπου έχει μεγάλο ύψος και μεγάλο σωματικό όγκο Βικιλεξικό
- Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)
Ετυμολογία
μεγαλόσωμος < ελληνιστική κοινή < μεγαλο- + -σωμος < μεγάλος + σώμα (κτητικό σύνθετο)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλόσωμος | μεγαλόσωμη | μεγαλόσωμο |
| Γενική | μεγαλόσωμου | μεγαλόσωμης | μεγαλόσωμου |
| Αιτιατική | μεγαλόσωμο | μεγαλόσωμη | μεγαλόσωμο |
| Κλητική | μεγαλόσωμε | μεγαλόσωμη | μεγαλόσωμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγαλόσωμοι | μεγαλόσωμες | μεγαλόσωμα |
| Γενική | μεγαλόσωμων | μεγαλόσωμων | μεγαλόσωμων |
| Αιτιατική | μεγαλόσωμους | μεγαλόσωμες | μεγαλόσωμα |
| Κλητική | μεγαλόσωμοι | μεγαλόσωμες | μεγαλόσωμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →