εύσωμος
•
- που έχει μεγαλύτερες απ’ τις συνήθεις σωματικές διαστάσεις, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση υπερβολικά χοντρού ατόμου, συνήθως εξαιτίας του μεγάλου ύψους του Βικιλεξικό
- ευφημιστικάυπερβολικά χοντρός, παχύσαρκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εύσωμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὔσωμος (με γερό σώμα) κατά την αρχαία ελληνική εὐσώματος (καλά αναπτυγμένος) < αρχαία ελληνική εὖ + σῶμα. Συγχρονικά αναλύεται σε εύ- + -σωμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύσωμος | εύσωμη | εύσωμο |
| Γενική | εύσωμου | εύσωμης | εύσωμου |
| Αιτιατική | εύσωμο | εύσωμη | εύσωμο |
| Κλητική | εύσωμε | εύσωμη | εύσωμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εύσωμοι | εύσωμες | εύσωμα |
| Γενική | εύσωμων | εύσωμων | εύσωμων |
| Αιτιατική | εύσωμους | εύσωμες | εύσωμα |
| Κλητική | εύσωμοι | εύσωμες | εύσωμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →