Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύσωμος

/ˈef.so.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μεγαλύτερες απ’ τις συνήθεις σωματικές διαστάσεις, χωρίς όμως να δίνει την εντύπωση υπερβολικά χοντρού ατόμου, συνήθως εξαιτίας του μεγάλου ύψους του Βικιλεξικό
  2. ευφημιστικάυπερβολικά χοντρός, παχύσαρκος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύσωμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὔσωμος (με γερό σώμα) κατά την αρχαία ελληνική εὐσώματος (καλά αναπτυγμένος) < αρχαία ελληνική εὖ + σῶμα. Συγχρονικά αναλύεται σε εύ- + -σωμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύσωμοςεύσωμηεύσωμο
Γενικήεύσωμουεύσωμηςεύσωμου
Αιτιατικήεύσωμοεύσωμηεύσωμο
Κλητικήεύσωμεεύσωμηεύσωμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεύσωμοιεύσωμεςεύσωμα
Γενικήεύσωμωνεύσωμωνεύσωμων
Αιτιατικήεύσωμουςεύσωμεςεύσωμα
Κλητικήεύσωμοιεύσωμεςεύσωμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →