μεγιστάνας
•
- ο άρχοντας ή o υψηλόβαθμος αξιωματούχος Βικιλεξικό
- το σημαντικό πρόσωπο (με οικονομική, πολιτική ή άλλη δύναμη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεγιστάνας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεγιστάν < αρχαία ελληνική μέγιστος < μέγας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεγιστάνας | μεγιστάνες |
| Γενική | μεγιστάνα | μεγιστάνων |
| Αιτιατική | μεγιστάνα | μεγιστάνες |
| Κλητική | μεγιστάνα | μεγιστάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →