μεθεπόμενος
•
- ο αμέσως μετά τον επόμενο, ο τρίτος Βικιλεξικό
- Θα μου το παραδώσει επιπλωμένο και εφοδιασμένο πλήρως, για ανα εγκατασταθώ αμέσως. Τη μεθεπόμενη Τετάρτη θα είναι έτοιμο. (Κρίτων Σαλπιγκτής, Θρυμματισμένη φρυγανιά, εκδ. Ίκαρος, 2018)
- Σήμερα είναι Κυριακή. Θα τα πούμε σε 10 μέρες, τη μεθεπόμενη Τετάρτη.
- μεθεπόμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεθεπόμενος < μεσαιωνική ελληνική μεθεπόμενος. Συγχρονικά αναλύεται σε μεθ- + επόμενος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεθεπόμενος | μεθεπομένη / μεθεπόμενη | μεθεπόμενο |
| Γενική | μεθεπομένου / μεθεπόμενου | μεθεπομένης / μεθεπόμενης | μεθεπομένου / μεθεπόμενου |
| Αιτιατική | μεθεπόμενο | μεθεπομένη / μεθεπόμενη | μεθεπόμενο |
| Κλητική | μεθεπόμενε | μεθεπομένη / μεθεπόμενη | μεθεπόμενο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεθεπόμενοι | μεθεπόμενες | μεθεπόμενα |
| Γενική | μεθεπομένων / μεθεπόμενων | μεθεπομένων / μεθεπόμενων | μεθεπομένων / μεθεπόμενων |
| Αιτιατική | μεθεπομένους / μεθεπόμενους | μεθεπόμενες | μεθεπόμενα |
| Κλητική | μεθεπόμενοι | μεθεπόμενες | μεθεπόμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →