Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθεπόμενος

/me.θeˈpo.me.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αμέσως μετά τον επόμενο, ο τρίτος Βικιλεξικό
    • Θα μου το παραδώσει επιπλωμένο και εφοδιασμένο πλήρως, για ανα εγκατασταθώ αμέσως. Τη μεθεπόμενη Τετάρτη θα είναι έτοιμο. (Κρίτων Σαλπιγκτής, Θρυμματισμένη φρυγανιά, εκδ. Ίκαρος, 2018)
    • Σήμερα είναι Κυριακή. Θα τα πούμε σε 10 μέρες, τη μεθεπόμενη Τετάρτη.
  2. μεθεπόμενος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεθεπόμενος < μεσαιωνική ελληνική μεθεπόμενος. Συγχρονικά αναλύεται σε μεθ- + επόμενος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθεπόμενοςμεθεπομένη / μεθεπόμενημεθεπόμενο
Γενικήμεθεπομένου / μεθεπόμενουμεθεπομένης / μεθεπόμενηςμεθεπομένου / μεθεπόμενου
Αιτιατικήμεθεπόμενομεθεπομένη / μεθεπόμενημεθεπόμενο
Κλητικήμεθεπόμενεμεθεπομένη / μεθεπόμενημεθεπόμενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθεπόμενοιμεθεπόμενεςμεθεπόμενα
Γενικήμεθεπομένων / μεθεπόμενωνμεθεπομένων / μεθεπόμενωνμεθεπομένων / μεθεπόμενων
Αιτιατικήμεθεπομένους / μεθεπόμενουςμεθεπόμενεςμεθεπόμενα
Κλητικήμεθεπόμενοιμεθεπόμενεςμεθεπόμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →