Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράλλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόο διαφορετικός άλλος, ο παραδιπλανός, ο μεθεπόμενος Βικιλεξικό
    • Τι την άλλη και την παράλλη Τετάρτη μου λες; Τη Δευτέρα θα μου τα φέρεις!
    • άλλες μορφές: παραάλλος

Ετυμολογία

παράλλος < παρ- + άλλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράλλοςπαράλληπαράλλο
Γενικήπαράλλουπαράλληςπαράλλου
Αιτιατικήπαράλλοπαράλληπαράλλο
Κλητικήπαράλλεπαράλληπαράλλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράλλοιπαράλλεςπαράλλα
Γενικήπαράλλωνπαράλλωνπαράλλων
Αιτιατικήπαράλλουςπαράλλεςπαράλλα
Κλητικήπαράλλοιπαράλλεςπαράλλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →