Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθόριος

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η νοητή γραμμή που καθορίζει τα σύνορα δύο κρατών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεθόριος < αρχαία ελληνική μεθόριος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μεθόριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται στα σύνορα ανάμεσα σε δύο περιοχές Βικιλεξικό
    • Το 1769, σε ηλικία 12 ετών, έφυγε μαζί με τον αδελφό του Ιωάννη για τη σερβική πόλη Ζέμονα (Zemun, Semlin, Σεμλίνον) στην αψβουργική μεθόριο, κόμβο του διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ Βαλκανίων και κεντρικής Ευρώπης με σημαντική ελληνική εμπορική παρουσία (Βάσω Σερενίδου, Το εργαστήριο του λόγιου, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα, 2013, σελ. 24 https://helios.eie.gr/helios/bitstream/10442/19247/2/N01.132.0.pdf)

Ετυμολογία

μεθόριος < αρχαία ελληνική μεθόριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθόριοςμεθόρια / μεθόριοςμεθόριο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →