Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεθοριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που βρίσκεται στα εθνικά σύνορα μιας χώρας Βικιλεξικό
  2. αυτός που έχει σχέση με κάτι που συμβαίνει στη μεθόριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεθοριακός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μεθόριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθοριακόςμεθοριακήμεθοριακό
Γενικήμεθοριακούμεθοριακήςμεθοριακού
Αιτιατικήμεθοριακόμεθοριακήμεθοριακό
Κλητικήμεθοριακέμεθοριακήμεθοριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεθοριακοίμεθοριακέςμεθοριακά
Γενικήμεθοριακώνμεθοριακώνμεθοριακών
Αιτιατικήμεθοριακούςμεθοριακέςμεθοριακά
Κλητικήμεθοριακοίμεθοριακέςμεθοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →