Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μειοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μειοδοσία ή τον μειοδότη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • μειοδοτικός διαγωνισμός
  2. μεταφορικάπροδοτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μειοδοτικός < μειοδότης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμειοδοτικόςμειοδοτικήμειοδοτικό
Γενικήμειοδοτικούμειοδοτικήςμειοδοτικού
Αιτιατικήμειοδοτικόμειοδοτικήμειοδοτικό
Κλητικήμειοδοτικέμειοδοτικήμειοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμειοδοτικοίμειοδοτικέςμειοδοτικά
Γενικήμειοδοτικώνμειοδοτικώνμειοδοτικών
Αιτιατικήμειοδοτικούςμειοδοτικέςμειοδοτικά
Κλητικήμειοδοτικοίμειοδοτικέςμειοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →