μειοδοτικός
•
- που έχει σχέση με τη μειοδοσία ή τον μειοδότη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- μειοδοτικός διαγωνισμός
- μεταφορικάπροδοτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μειοδοτικός < μειοδότης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μειοδοτικός | μειοδοτική | μειοδοτικό |
| Γενική | μειοδοτικού | μειοδοτικής | μειοδοτικού |
| Αιτιατική | μειοδοτικό | μειοδοτική | μειοδοτικό |
| Κλητική | μειοδοτικέ | μειοδοτική | μειοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μειοδοτικοί | μειοδοτικές | μειοδοτικά |
| Γενική | μειοδοτικών | μειοδοτικών | μειοδοτικών |
| Αιτιατική | μειοδοτικούς | μειοδοτικές | μειοδοτικά |
| Κλητική | μειοδοτικοί | μειοδοτικές | μειοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →