μειοδοσία
•
- η προσφορά της πιο χαμηλής τιμής σε μία δημοπρασία ή κάποιον μειοδοτικό διαγωνισμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποχωρητικότητα Βικιλεξικό
- Δύο μύθοι συγκρούστηκαν πάλι στη χώρα μας: ο ένας ότι το κράτος πουλώντας ακίνητα μπορεί να μειώσει δραστικά το δημόσιο χρέος και ο άλλος ότι τέτοια απόπειρα ισοδυναμεί με εθνική μειοδοσία. (*)
Ετυμολογία
μειοδοσία < μειο- + -δοσία ((μεταφραστικό δάνειο) (γερμανικά) Mindestgebot)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μειοδοσία | μειοδοσίες |
| Γενική | μειοδοσίας | μειοδοσιών |
| Αιτιατική | μειοδοσία | μειοδοσίες |
| Κλητική | μειοδοσία | μειοδοσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →