Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μειοδοτώ

ρήμα
•
  1. δίνω την πιο χαμηλή τιμή σε κάποιο μειοδοτικό διαγωνισμό ή σε μία δημοπρασία Βικιλεξικό
    • Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης είναι από τα μεγαλύτερα θύματα αυτών των διαγωνισμών. Η εταιρεία που μειοδότησε προσφέροντας έκπτωση 30% σε σχέση με την αμέσως επομένη κατέφυγε στις πρακτικές που μόλις περιγράψαμε: καθυστερήσεις, απόρριψη μελετών, εκτέλεση μόλις του 10% των εργασιών. (*)
  2. μεταφορικάυπολείπομαι, υστερώ, δεν απαιτώ όσο πρέπει Βικιλεξικό
    • Οι συνδικαλιστές (...) είναι χωρισμένοι στα δύο. (...) Εν όψει του συνεδρίου (...) κανείς δεν επιθυμεί να του καταλογισθεί ότι μειοδότησε σε αγωνιστικότητα. (*)

Ετυμολογία

μειοδοτώ < μειοδότης + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμειοδοτώμειοδοτείςμειοδοτείμειοδοτούμεμειοδοτείτεμειοδοτούν / μειοδοτούνε
Παρατατικόςμειοδοτούσαμειοδοτούσεςμειοδοτούσεμειοδοτούσαμεμειοδοτούσατεμειοδοτούσαν / μειοδοτούσανε
Αόριστοςμειοδότησαμειοδότησεςμειοδότησεμειοδοτήσαμεμειοδοτήσατεμειοδοτήσαν / μειοδοτήσανε / μειοδότησαν
Μέλλονταςθα μειοδοτήσω / θα μειοδοτώθα μειοδοτήσεις / θα μειοδοτείςθα μειοδοτήσει / θα μειοδοτείθα μειοδοτήσουμε / θα μειοδοτούμεθα μειοδοτήσετε / θα μειοδοτείτεθα μειοδοτήσουν / θα μειοδοτήσουνε / θα μειοδοτούν / θα μειοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω μειοδοτήσειέχεις μειοδοτήσειέχει μειοδοτήσειέχουμε μειοδοτήσειέχετε μειοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μειοδοτήσειείχες μειοδοτήσειείχε μειοδοτήσειείχαμε μειοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω μειοδοτήσει / να μειοδοτήσω / να μειοδοτώνα έχεις μειοδοτήσει / να μειοδοτήσεις / να μειοδοτείςνα έχει μειοδοτήσει / να μειοδοτήσει / να μειοδοτείνα έχουμε μειοδοτήσει / να μειοδοτήσουμε / να μειοδοτούμενα έχετε μειοδοτήσει / να μειοδοτήσετε / να μειοδοτείτενα μειοδοτήσουν / να μειοδοτήσουνε / να μειοδοτούν / να μειοδοτούνε
Προστακτική—μειοδότει / μειοδότησε——μειοδοτήστε / μειοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →