μειοψηφώ
•
- έχω την μειοψηφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μειοψηφώ < μειοψηφ(ία) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μειοψηφώ | μειοψηφείς | μειοψηφεί | μειοψηφούμε | μειοψηφείτε | μειοψηφούν / μειοψηφούνε |
| Παρατατικός | μειοψηφούσα | μειοψηφούσες | μειοψηφούσε | μειοψηφούσαμε | μειοψηφούσατε | μειοψηφούσαν / μειοψηφούσανε |
| Αόριστος | μειοψήφησα | μειοψήφησες | μειοψήφησε | μειοψηφήσαμε | μειοψηφήσατε | μειοψήφησαν / μειοψηφήσαν / μειοψηφήσανε |
| Μέλλοντας | θα μειοψηφήσω / θα μειοψηφώ | θα μειοψηφήσεις / θα μειοψηφείς | θα μειοψηφήσει / θα μειοψηφεί | θα μειοψηφήσουμε / θα μειοψηφούμε | θα μειοψηφήσετε / θα μειοψηφείτε | θα μειοψηφήσουν / θα μειοψηφήσουνε / θα μειοψηφούν / θα μειοψηφούνε |
| Παρακείμενος | έχω μειοψηφήσει | έχεις μειοψηφήσει | έχει μειοψηφήσει | έχουμε μειοψηφήσει | έχετε μειοψηφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μειοψηφήσει | είχες μειοψηφήσει | είχε μειοψηφήσει | είχαμε μειοψηφήσει | είχατε μειοψηφήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω μειοψηφήσει / να μειοψηφήσω / να μειοψηφώ | να έχεις μειοψηφήσει / να μειοψηφήσεις / να μειοψηφείς | να έχει μειοψηφήσει / να μειοψηφήσει / να μειοψηφεί | να έχουμε μειοψηφήσει / να μειοψηφήσουμε / να μειοψηφούμε | να έχετε μειοψηφήσει / να μειοψηφήσετε / να μειοψηφείτε | να μειοψηφήσουν / να μειοψηφήσουνε / να μειοψηφούν / να μειοψηφούνε |
| Προστακτική | — | μειοψήφησε | — | — | μειοψηφήστε / μειοψηφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →