Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μειοψηφώ

/mi.o.psiˈfo/ρήμα
•
  1. έχω την μειοψηφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μειοψηφώ < μειοψηφ(ία) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμειοψηφώμειοψηφείςμειοψηφείμειοψηφούμεμειοψηφείτεμειοψηφούν / μειοψηφούνε
Παρατατικόςμειοψηφούσαμειοψηφούσεςμειοψηφούσεμειοψηφούσαμεμειοψηφούσατεμειοψηφούσαν / μειοψηφούσανε
Αόριστοςμειοψήφησαμειοψήφησεςμειοψήφησεμειοψηφήσαμεμειοψηφήσατεμειοψήφησαν / μειοψηφήσαν / μειοψηφήσανε
Μέλλονταςθα μειοψηφήσω / θα μειοψηφώθα μειοψηφήσεις / θα μειοψηφείςθα μειοψηφήσει / θα μειοψηφείθα μειοψηφήσουμε / θα μειοψηφούμεθα μειοψηφήσετε / θα μειοψηφείτεθα μειοψηφήσουν / θα μειοψηφήσουνε / θα μειοψηφούν / θα μειοψηφούνε
Παρακείμενοςέχω μειοψηφήσειέχεις μειοψηφήσειέχει μειοψηφήσειέχουμε μειοψηφήσειέχετε μειοψηφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μειοψηφήσειείχες μειοψηφήσειείχε μειοψηφήσειείχαμε μειοψηφήσειείχατε μειοψηφήσει—
Υποτακτικήνα έχω μειοψηφήσει / να μειοψηφήσω / να μειοψηφώνα έχεις μειοψηφήσει / να μειοψηφήσεις / να μειοψηφείςνα έχει μειοψηφήσει / να μειοψηφήσει / να μειοψηφείνα έχουμε μειοψηφήσει / να μειοψηφήσουμε / να μειοψηφούμενα έχετε μειοψηφήσει / να μειοψηφήσετε / να μειοψηφείτενα μειοψηφήσουν / να μειοψηφήσουνε / να μειοψηφούν / να μειοψηφούνε
Προστακτική—μειοψήφησε——μειοψηφήστε / μειοψηφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →