Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλειοψηφώ

/pli.o.psiˈfo/ρήμα
•
  1. έχω την πλειοψηφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλειοψηφώ < πλειοψηφ(ία) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπλειοψηφώπλειοψηφείςπλειοψηφείπλειοψηφούμεπλειοψηφείτεπλειοψηφούν / πλειοψηφούνε
Παρατατικόςπλειοψηφούσαπλειοψηφούσεςπλειοψηφούσεπλειοψηφούσαμεπλειοψηφούσατεπλειοψηφούσαν / πλειοψηφούσανε
Αόριστοςπλειοψήφησαπλειοψήφησεςπλειοψήφησεπλειοψηφήσαμεπλειοψηφήσατεπλειοψήφησαν / πλειοψηφήσαν / πλειοψηφήσανε
Μέλλονταςθα πλειοψηφήσω / θα πλειοψηφώθα πλειοψηφήσεις / θα πλειοψηφείςθα πλειοψηφήσει / θα πλειοψηφείθα πλειοψηφήσουμε / θα πλειοψηφούμεθα πλειοψηφήσετε / θα πλειοψηφείτεθα πλειοψηφήσουν / θα πλειοψηφήσουνε / θα πλειοψηφούν / θα πλειοψηφούνε
Παρακείμενοςέχω πλειοψηφήσειέχεις πλειοψηφήσειέχει πλειοψηφήσειέχουμε πλειοψηφήσειέχετε πλειοψηφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πλειοψηφήσειείχες πλειοψηφήσειείχε πλειοψηφήσειείχαμε πλειοψηφήσειείχατε πλειοψηφήσει—
Υποτακτικήνα έχω πλειοψηφήσει / να πλειοψηφήσω / να πλειοψηφώνα έχεις πλειοψηφήσει / να πλειοψηφήσεις / να πλειοψηφείςνα έχει πλειοψηφήσει / να πλειοψηφήσει / να πλειοψηφείνα έχουμε πλειοψηφήσει / να πλειοψηφήσουμε / να πλειοψηφούμενα έχετε πλειοψηφήσει / να πλειοψηφήσετε / να πλειοψηφείτενα πλειοψηφήσουν / να πλειοψηφήσουνε / να πλειοψηφούν / να πλειοψηφούνε
Προστακτική—πλειοψήφησε——πλειοψηφήστε / πλειοψηφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →