Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελετητής

/me.le.tiˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που μελετάει, που ασχολείται με τη μελέτη θεμάτων με συστηματικό τρόπο (συνήθως επιστημονικών) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μελετητής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μελετητής (προπονητής, προγυμναστής· ρήτορας δημηγοριών). Μορφολογικά, μελέτ(η) + -ητής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελετητήςμελετητές
Γενικήμελετητήμελετητών
Αιτιατικήμελετητήμελετητές
Κλητικήμελετητήμελετητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →