μελέτη
•
- η πνευματική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο γνώσης Βικιλεξικό
- ἡ παπυρολογία, ἡ ἐπιγραφική, ἡ διπλωματική, ἡ νομισματική· ἂς προσεχθεῖ ὡστόσο ὅτι ὑπάρχει σχετική διαφοροποίηση τῶν γραφῶν τῶν ὡς ἄνω ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ αὐτὸ καθ' αὐτὸ τὸ ὑλικὸ γραφῆς, εἰδικότερα: Ἡ παπυρολογία ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὴν μελέτη (ἀνάγνωση , προσδιορισμό χρόνου καὶ τόπου γραφῆς, ἔκδοση) τῶν χιλιάδων παπύρων, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν στὸ τέλος, κυρίως, τοῦ 19ου καὶ στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος (Γεώργιος Κ. Παπάζογλου, Βυζαντινή βιβλιολογία: Εισαγωγή στην Ελληνική παλαιογραφία και κωδικολογία, 2009, σελ. 117)
- συνεκδοχικάτο πόρισμα μιας έρευνας Βικιλεξικό
- κατάφερε να δημοσιεύσει τη μελέτη του για το ουράνιο τόξο
- προσεκτικό και συστηματικό διάβασμα με στόχο την εκμάθηση ή στην κατανόηση ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- έχει αφοσιωθεί στη μελέτη για το αυριανό διαγώνισμα
- ειδικότεραο σχεδιασμός και οι επιστημονικές έρευνες πριν εκτελεστεί μια εργασία Βικιλεξικό
- μελέτη για την κατασκευή θερμοκηπίου
Ετυμολογία
μελέτη < αρχαία ελληνική μελέτη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μελέτη | μελέτες |
| Γενική | μελέτης | μελετών |
| Αιτιατική | μελέτη | μελέτες |
| Κλητική | μελέτη | μελέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →