Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελέτη

/meˈle.ti/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πνευματική ενασχόληση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο γνώσης Βικιλεξικό
    • ἡ παπυρολογία, ἡ ἐπιγραφική, ἡ διπλωματική, ἡ νομισματική· ἂς προσεχθεῖ ὡστόσο ὅτι ὑπάρχει σχετική διαφοροποίηση τῶν γραφῶν τῶν ὡς ἄνω ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ αὐτὸ καθ' αὐτὸ τὸ ὑλικὸ γραφῆς, εἰδικότερα: Ἡ παπυρολογία ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὴν μελέτη (ἀνάγνωση , προσδιορισμό χρόνου καὶ τόπου γραφῆς, ἔκδοση) τῶν χιλιάδων παπύρων, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν στὸ τέλος, κυρίως, τοῦ 19ου καὶ στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος (Γεώργιος Κ. Παπάζογλου, Βυζαντινή βιβλιολογία: Εισαγωγή στην Ελληνική παλαιογραφία και κωδικολογία, 2009, σελ. 117)
  2. συνεκδοχικάτο πόρισμα μιας έρευνας Βικιλεξικό
    • κατάφερε να δημοσιεύσει τη μελέτη του για το ουράνιο τόξο
  3. προσεκτικό και συστηματικό διάβασμα με στόχο την εκμάθηση ή στην κατανόηση ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
    • έχει αφοσιωθεί στη μελέτη για το αυριανό διαγώνισμα
  4. ειδικότεραο σχεδιασμός και οι επιστημονικές έρευνες πριν εκτελεστεί μια εργασία Βικιλεξικό
    • μελέτη για την κατασκευή θερμοκηπίου

Ετυμολογία

μελέτη < αρχαία ελληνική μελέτη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελέτημελέτες
Γενικήμελέτηςμελετών
Αιτιατικήμελέτημελέτες
Κλητικήμελέτημελέτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →