Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μελισσοκόμος

/me.li.soˈko.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαπου διατηρεί μέλισσες σε δικές του κυψέλες με σκοπό την παραγωγή μελιού Βικιλεξικό
    • Ὀσάκις ὁ μελισσοκόμος ἐπισκέπτεται τάς μέλισσάς του εἶναι πάντοτε ὁπλισμένος μέ ξηράν κόπρον, συνήθως βοόος, τήν ὁποίαν ἀνάπτει κατά τήν ὥραν τῆς ἐργασίας του, οὔτε ὥστε μέ τόν καπνόν τόν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ κόπρος νά ζαλίζωνται αἱ μέλισσαι (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης, ήτοι, Διάγραμμμα γραμματικής και γλωσσάριον του σημερινού γλωσσικού ιδιώματος της Κρήτης.., 1983)

Ετυμολογία

μελισσοκόμος < ελληνιστική κοινή μελισσοκόμος. Συγχρονικά αναλύεται σε μελισσο- + -κόμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμελισσοκόμοςμελισσοκόμοι
Γενικήμελισσοκόμουμελισσοκόμων
Αιτιατικήμελισσοκόμομελισσοκόμους
Κλητικήμελισσοκόμεμελισσοκόμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →