Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεμψιμοιρώ

ρήμα
•
  1. είμαι μεμψίμοιρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεμψιμοιρώ < ελληνιστική κοινή μεμψιμοιρέω / μεμψιμοιρῶ < μεμψίμοιρος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμεμψιμοιρώμεμψιμοιρείςμεμψιμοιρείμεμψιμοιρούμεμεμψιμοιρείτεμεμψιμοιρούν / μεμψιμοιρούνε
Παρατατικόςμεμψιμοιρούσαμεμψιμοιρούσεςμεμψιμοιρούσεμεμψιμοιρούσαμεμεμψιμοιρούσατεμεμψιμοιρούσαν / μεμψιμοιρούσανε
Αόριστοςμεμψιμοίρησαμεμψιμοίρησεςμεμψιμοίρησεμεμψιμοιρήσαμεμεμψιμοιρήσατεμεμψιμοίρησαν / μεμψιμοιρήσαν / μεμψιμοιρήσανε
Μέλλονταςθα μεμψιμοιρήσω / θα μεμψιμοιρώθα μεμψιμοιρήσεις / θα μεμψιμοιρείςθα μεμψιμοιρήσει / θα μεμψιμοιρείθα μεμψιμοιρήσουμε / θα μεμψιμοιρούμεθα μεμψιμοιρήσετε / θα μεμψιμοιρείτεθα μεμψιμοιρήσουν / θα μεμψιμοιρήσουνε / θα μεμψιμοιρούν / θα μεμψιμοιρούνε
Παρακείμενοςέχω μεμψιμοιρήσειέχεις μεμψιμοιρήσειέχει μεμψιμοιρήσειέχουμε μεμψιμοιρήσειέχετε μεμψιμοιρήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μεμψιμοιρήσειείχες μεμψιμοιρήσειείχε μεμψιμοιρήσειείχαμε μεμψιμοιρήσει——
Υποτακτικήνα έχω μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσω / να μεμψιμοιρώνα έχεις μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσεις / να μεμψιμοιρείςνα έχει μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρείνα έχουμε μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσουμε / να μεμψιμοιρούμενα έχετε μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσετε / να μεμψιμοιρείτενα μεμψιμοιρήσουν / να μεμψιμοιρήσουνε / να μεμψιμοιρούν / να μεμψιμοιρούνε
Προστακτική—μεμψιμοίρει / μεμψιμοίρησε——μεμψιμοιρήστε / μεμψιμοιρείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →