μεμψιμοιρώ
•
- είμαι μεμψίμοιρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεμψιμοιρώ < ελληνιστική κοινή μεμψιμοιρέω / μεμψιμοιρῶ < μεμψίμοιρος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεμψιμοιρώ | μεμψιμοιρείς | μεμψιμοιρεί | μεμψιμοιρούμε | μεμψιμοιρείτε | μεμψιμοιρούν / μεμψιμοιρούνε |
| Παρατατικός | μεμψιμοιρούσα | μεμψιμοιρούσες | μεμψιμοιρούσε | μεμψιμοιρούσαμε | μεμψιμοιρούσατε | μεμψιμοιρούσαν / μεμψιμοιρούσανε |
| Αόριστος | μεμψιμοίρησα | μεμψιμοίρησες | μεμψιμοίρησε | μεμψιμοιρήσαμε | μεμψιμοιρήσατε | μεμψιμοίρησαν / μεμψιμοιρήσαν / μεμψιμοιρήσανε |
| Μέλλοντας | θα μεμψιμοιρήσω / θα μεμψιμοιρώ | θα μεμψιμοιρήσεις / θα μεμψιμοιρείς | θα μεμψιμοιρήσει / θα μεμψιμοιρεί | θα μεμψιμοιρήσουμε / θα μεμψιμοιρούμε | θα μεμψιμοιρήσετε / θα μεμψιμοιρείτε | θα μεμψιμοιρήσουν / θα μεμψιμοιρήσουνε / θα μεμψιμοιρούν / θα μεμψιμοιρούνε |
| Παρακείμενος | έχω μεμψιμοιρήσει | έχεις μεμψιμοιρήσει | έχει μεμψιμοιρήσει | έχουμε μεμψιμοιρήσει | έχετε μεμψιμοιρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεμψιμοιρήσει | είχες μεμψιμοιρήσει | είχε μεμψιμοιρήσει | είχαμε μεμψιμοιρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσω / να μεμψιμοιρώ | να έχεις μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσεις / να μεμψιμοιρείς | να έχει μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρεί | να έχουμε μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσουμε / να μεμψιμοιρούμε | να έχετε μεμψιμοιρήσει / να μεμψιμοιρήσετε / να μεμψιμοιρείτε | να μεμψιμοιρήσουν / να μεμψιμοιρήσουνε / να μεμψιμοιρούν / να μεμψιμοιρούνε |
| Προστακτική | — | μεμψιμοίρει / μεμψιμοίρησε | — | — | μεμψιμοιρήστε / μεμψιμοιρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →