Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μενεξεδένιος

/me.ne.kseˈðe.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μενεξέ, που μοιάζει ή έχει την υφή ή το χρώμα του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μενεξεδένιος < μενεξεδ- (μενεξές) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμενεξεδένιοςμενεξεδένιαμενεξεδένιο
Γενικήμενεξεδένιουμενεξεδένιαςμενεξεδένιου
Αιτιατικήμενεξεδένιομενεξεδένιαμενεξεδένιο
Κλητικήμενεξεδένιεμενεξεδένιαμενεξεδένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμενεξεδένιοιμενεξεδένιεςμενεξεδένια
Γενικήμενεξεδένιωνμενεξεδένιωνμενεξεδένιων
Αιτιατικήμενεξεδένιουςμενεξεδένιεςμενεξεδένια
Κλητικήμενεξεδένιοιμενεξεδένιεςμενεξεδένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →