μερακλού
•
- λαϊκότροποθηλυκό του μερακλής Βικιλεξικό
- Είμ’ αλανιάρα μερακλού, πω πω, μες στην Αθήνα / που ξενυχτώ στα καμπαρέ και τα περνάω φίνα.
- «Πολλοπαιδούσα» ή «καλογαλούσα», ήταν η γυναίκα που αποκτούσε πολλά και υγιή παιδιά και «ντερμπεντέρισσα» η ανέμελη. «Μερακλού» και «κεφλού», ήταν η εύθυμη γυναίκα και «μπεσαλού» η έμπιστη. (Το λεξιλόγιο των Μικρασιατών για τις γυναίκες της Σμύρνης, constantinoupoli.com, 3/8/2017 https://web.archive.org/web/20250121045655/http://constantinoupoli.com/%CF%84%CE%BF-%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B1%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B3/)
Ετυμολογία
μερακλού < μερακλ(ής) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μερακλού | μερακλούδες |
| Γενική | μερακλούς | μερακλούδων |
| Αιτιατική | μερακλού | μερακλούδες |
| Κλητική | μερακλού | μερακλούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →