Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεράκι

/meˈɾa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η σφοδρή επιθυμία ή καημός Βικιλεξικό
    • 19ος αιώνας, Γεώργιος Βιζυηνός, Τὸ μόνον τῆς ζωῆς του ταξείδιον (1884)
  2. η ενασχόληση με επιμέλεια και γούστο, ζήλος Βικιλεξικό
    • Από την υπομονετική, προσεχτική και με μεράκι κατασκευή του που ακολουθεί πάντα την ίδια σειρά (σκάφος-χέρι-καπάκι) εξαρτάται ουσιαστικά η στερεότητα, η καλή λειτουργία και απόδοση του οργάνου αναφέρει για το λαούτο ο Φ. Ανωγειανάκης (1991).
  3. συνήθως στον πληθυντικό: μεράκιατο ευχάριστο συναίσθημα που προκύπτει από διασκέδαση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεράκι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική مراق (τουρκική merak) + -ι < αραβική مراق (maraq, ευγένεια, χάρη)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεράκιμεράκια
Γενικήμερακιούμερακιών
Αιτιατικήμεράκιμεράκια
Κλητικήμεράκιμεράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →