μερακλώνω
•
- αμετάβατοέρχομαι στα μεράκια, αισθάνομαι πολύ έντονα και ευχάριστα συναισθήματα και έχω διάθεση να πιω, να τραγουδίσω και να χορέψω Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάποιον άλλον να μερακλωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερακλώνω < μερακλ(ής) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μερακλώνω | μερακλώνεις | μερακλώνει | μερακλώνουμε | μερακλώνετε | μερακλώνουν / μερακλώνουνε |
| Παρατατικός | μεράκλωνα | μεράκλωνες | μεράκλωνε | μερακλώναμε | μερακλώνατε | μεράκλωναν / μερακλώναν / μερακλώνανε |
| Αόριστος | μεράκλωσα | μεράκλωσες | μεράκλωσε | μερακλώσαμε | μερακλώσατε | μεράκλωσαν / μερακλώσαν / μερακλώσανε |
| Μέλλοντας | θα μερακλώνω / θα μερακλώσω | θα μερακλώνεις / θα μερακλώσεις | θα μερακλώνει / θα μερακλώσει | θα μερακλώνουμε / θα μερακλώσουμε | θα μερακλώνετε / θα μερακλώσετε | θα μερακλώνουν / θα μερακλώνουνε / θα μερακλώσουν / θα μερακλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μερακλώσει | έχεις μερακλώσει | έχει μερακλώσει | έχουμε μερακλώσει | έχετε μερακλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μερακλώσει | είχες μερακλώσει | είχε μερακλώσει | είχαμε μερακλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μερακλώσει / να μερακλώνω / να μερακλώσω | να έχεις μερακλώσει / να μερακλώνεις / να μερακλώσεις | να έχει μερακλώσει / να μερακλώνει / να μερακλώσει | να έχουμε μερακλώσει / να μερακλώνουμε / να μερακλώσουμε | να έχετε μερακλώσει / να μερακλώνετε / να μερακλώσετε | να μερακλώνουν / να μερακλώνουνε / να μερακλώσουν / να μερακλώσουνε |
| Προστακτική | — | μεράκλωνε / μεράκλωσε | — | — | μερακλώνετε / μερακλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →