μεραρχία
•
- στρατιωτικός όροςμεγάλος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, που περιλαμβάνει μονάδες διαφόρων όπλων (πεζικό, τεθωρακισμένα κ.λπ.) με διοικητική αυτοτέλεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεραρχία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεραρχία (δύο χιλιαρχίες) < μεράρχ(ης) + -ία (μέρος + άρχω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεραρχία | μεραρχίες |
| Γενική | μεραρχίας | μεραρχιών |
| Αιτιατική | μεραρχία | μεραρχίες |
| Κλητική | μεραρχία | μεραρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →