μερεμέτι
•
- η επισκευή, η επιδιόρθωση Βικιλεξικό
- τον τελευταίο καιρό δεν έχω πάρει καμιά δουλειά ολόκληρη παρά μόνο μερεμέτια
- μεταφορικάο ξυλοδαρμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μερεμέτι < οθωμανική τουρκική (πλέον παρωχημένο) < αραβική مرمّت (murammat) (επισκευή, επανόρθωση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μερεμέτι | μερεμέτια |
| Γενική | μερεμετιού | μερεμετιών |
| Αιτιατική | μερεμέτι | μερεμέτια |
| Κλητική | μερεμέτι | μερεμέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →