Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μερεμέτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η επισκευή, η επιδιόρθωση Βικιλεξικό
    • τον τελευταίο καιρό δεν έχω πάρει καμιά δουλειά ολόκληρη παρά μόνο μερεμέτια
  2. μεταφορικάο ξυλοδαρμός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μερεμέτι < οθωμανική τουρκική (πλέον παρωχημένο) < αραβική مرمّت (murammat) (επισκευή, επανόρθωση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμερεμέτιμερεμέτια
Γενικήμερεμετιούμερεμετιών
Αιτιατικήμερεμέτιμερεμέτια
Κλητικήμερεμέτιμερεμέτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →