μεροδούλι
•
- λαϊκότροποτο μεροκάματο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεροδούλι < μέρ(α) + -ο- + δουλ(ειά) + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεροδούλι | — |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μεροδούλι | — |
| Κλητική | μεροδούλι | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →