μεροληπτικότητα
•
- λόγιοη ιδιότητα του μεροληπτικού, το να είναι κάποιος μεροληπτικός, να μεροληπτεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεροληπτικότητα < μεροληπτικ(ός) + -ότητα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική partialité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεροληπτικότητα | μεροληπτικότητες |
| Γενική | μεροληπτικότητας | μεροληπτικοτήτων |
| Αιτιατική | μεροληπτικότητα | μεροληπτικότητες |
| Κλητική | μεροληπτικότητα | μεροληπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →