μεροληψία
•
- το να παίρνει κανείς το μέρος κάποιου σε μια διαμάχη, ενώ, λόγω της θέσης του, δεν θα έπρεπε Βικιλεξικό
- Δεν έλαβαν υπόψιν τους την γνώμη του, καθώς κατηγορήθηκε για μεροληψία.
Ετυμολογία
μεροληψία < (καθαρεύουσα) μέρ(ος) + -ο- + -ληψία κατά την ελληνιστική κοινή δωροληψία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική partialité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεροληψία | μεροληψίες |
| Γενική | μεροληψίας | μεροληψιών |
| Αιτιατική | μεροληψία | μεροληψίες |
| Κλητική | μεροληψία | μεροληψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →