μεσιτεύω
•
- μεσολαβώ Βικιλεξικό
- είμαι ή/και ενεργώ ως μεσίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσιτεύω < ελληνιστική κοινή μεσιτεύω < αρχαία ελληνική μέσον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεσιτεύω | μεσιτεύεις | μεσιτεύει | μεσιτεύουμε | μεσιτεύετε | μεσιτεύουν / μεσιτεύουνε |
| Παρατατικός | μεσίτευα | μεσίτευες | μεσίτευε | μεσιτεύαμε | μεσιτεύατε | μεσίτευαν / μεσιτεύαν / μεσιτεύανε |
| Αόριστος | μεσίτεψα | μεσίτεψες | μεσίτεψε | μεσιτέψαμε | μεσιτέψατε | μεσίτεψαν / μεσιτέψαν / μεσιτέψανε |
| Μέλλοντας | θα μεσιτέψω / θα μεσιτεύω | θα μεσιτέψεις / θα μεσιτεύεις | θα μεσιτέψει / θα μεσιτεύει | θα μεσιτέψουμε / θα μεσιτεύουμε | θα μεσιτέψετε / θα μεσιτεύετε | θα μεσιτέψουν / θα μεσιτέψουνε / θα μεσιτεύουν / θα μεσιτεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεσιτέψει | έχεις μεσιτέψει | έχει μεσιτέψει | έχουμε μεσιτέψει | έχετε μεσιτέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεσιτέψει | είχες μεσιτέψει | είχε μεσιτέψει | είχαμε μεσιτέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεσιτέψει / να μεσιτέψω / να μεσιτεύω | να έχεις μεσιτέψει / να μεσιτέψεις / να μεσιτεύεις | να έχει μεσιτέψει / να μεσιτέψει / να μεσιτεύει | να έχουμε μεσιτέψει / να μεσιτέψουμε / να μεσιτεύουμε | να έχετε μεσιτέψει / να μεσιτέψετε / να μεσιτεύετε | να μεσιτέψουν / να μεσιτέψουνε / να μεσιτεύουν / να μεσιτεύουνε |
| Προστακτική | — | μεσίτευε / μεσίτεψε | — | — | μεσιτέψτε / μεσιτεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →