Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσίτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαεπαγγελματίας που αναλαμβάνει να προωθήσει την αγορά ή την πώληση ακίνητης περιουσίας, με κάποιο οικονομικό όφελος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσίτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεσίτης (μεσολαβητής) < αρχαία ελληνική μέσ(ος) + -ίτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεσίτηςμεσίτες
Γενικήμεσίτημεσιτών
Αιτιατικήμεσίτημεσίτες
Κλητικήμεσίτημεσίτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →