μεσουράνημα
•
- μεταφορικάαποκορύφωμα Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάη θέση ενός ουράνιου σώματος στο μέσο του ουρανού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσουράνημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεσουράνημα < αρχαία ελληνική μεσουρανέω / μεσουρανῶ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσουράνημα | μεσουρανήματα |
| Γενική | μεσουρανήματος | μεσουρανημάτων |
| Αιτιατική | μεσουράνημα | μεσουρανήματα |
| Κλητική | μεσουράνημα | μεσουρανήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →