μεσουρανώ
•
- αστρονομίαβρίσκομαι στη «μέση του ουρανού», στον ουράνιο μεσημβρινό ενός τόπου Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρίσκομαι «στην κορυφή» της δόξας, της επιτυχίας, της ακμής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσουρανώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεσουρανέω / μεσουρανῶ < μέσος, μέσον + οὐρανός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεσουρανώ | μεσουρανείς | μεσουρανεί | μεσουρανούμε | μεσουρανείτε | μεσουρανούν / μεσουρανούνε |
| Παρατατικός | μεσουρανούσα | μεσουρανούσες | μεσουρανούσε | μεσουρανούσαμε | μεσουρανούσατε | μεσουρανούσαν / μεσουρανούσανε |
| Αόριστος | μεσουράνησα | μεσουράνησες | μεσουράνησε | μεσουρανήσαμε | μεσουρανήσατε | μεσουράνησαν / μεσουρανήσαν / μεσουρανήσανε |
| Μέλλοντας | θα μεσουρανήσω / θα μεσουρανώ | θα μεσουρανήσεις / θα μεσουρανείς | θα μεσουρανήσει / θα μεσουρανεί | θα μεσουρανήσουμε / θα μεσουρανούμε | θα μεσουρανήσετε / θα μεσουρανείτε | θα μεσουρανήσουν / θα μεσουρανήσουνε / θα μεσουρανούν / θα μεσουρανούνε |
| Παρακείμενος | έχω μεσουρανήσει | έχεις μεσουρανήσει | έχει μεσουρανήσει | έχουμε μεσουρανήσει | έχετε μεσουρανήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεσουρανήσει | είχες μεσουρανήσει | είχε μεσουρανήσει | είχαμε μεσουρανήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεσουρανήσει / να μεσουρανήσω / να μεσουρανώ | να έχεις μεσουρανήσει / να μεσουρανήσεις / να μεσουρανείς | να έχει μεσουρανήσει / να μεσουρανήσει / να μεσουρανεί | να έχουμε μεσουρανήσει / να μεσουρανήσουμε / να μεσουρανούμε | να έχετε μεσουρανήσει / να μεσουρανήσετε / να μεσουρανείτε | να μεσουρανήσουν / να μεσουρανήσουνε / να μεσουρανούν / να μεσουρανούνε |
| Προστακτική | — | μεσουράνει / μεσουράνησε | — | — | μεσουρανήστε / μεσουρανείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →