Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσσιανισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαη πίστη σ' έναν μεσσία που θα μας σώσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη αναμονή ότι εξωτερικοί παράγοντες θα μας λυτρώσουν από κάτι κακό (όχι μόνο σε θρησκευτικό αλλά και σε πολιτικό, κοινωνικό κ.ά. επίπεδο) Βικιλεξικό
  3. το να βασίζεται κάποιος σε κάποιο «μεσσία» (κάθε μορφής), με σκοπό την λύτρωσή του από κάτι. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεσσιανισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική messianisme < ελληνιστική κοινή Μεσσίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεσσιανισμόςμεσσιανισμοί
Γενικήμεσσιανισμούμεσσιανισμών
Αιτιατικήμεσσιανισμόμεσσιανισμούς
Κλητικήμεσσιανισμέμεσσιανισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →