μεσσιανισμός
•
- θρησκείαη πίστη σ' έναν μεσσία που θα μας σώσει Βικιλεξικό
- μεταφορικάη αναμονή ότι εξωτερικοί παράγοντες θα μας λυτρώσουν από κάτι κακό (όχι μόνο σε θρησκευτικό αλλά και σε πολιτικό, κοινωνικό κ.ά. επίπεδο) Βικιλεξικό
- το να βασίζεται κάποιος σε κάποιο «μεσσία» (κάθε μορφής), με σκοπό την λύτρωσή του από κάτι. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσσιανισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική messianisme < ελληνιστική κοινή Μεσσίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσσιανισμός | μεσσιανισμοί |
| Γενική | μεσσιανισμού | μεσσιανισμών |
| Αιτιατική | μεσσιανισμό | μεσσιανισμούς |
| Κλητική | μεσσιανισμέ | μεσσιανισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →