Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεσσιολατρεία

/me.si.o.laˈtɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη ανάδειξη και (μεταφορικά) λατρεία κάποιου προσώπου ως μεσσία Βικιλεξικό
    • Ο Γαβριηλίδης υπήρξε σφοδρός πολέμιος των παλαιών κομμάτων και αγωνίστηκε μέσω της Ακροπόλεως για την επικράτηση του κινήματος το 1909. Επιφυλακτικός στην αρχή απέναντι του Βενιζέλου, ξεκίνησε σταδιακά την υποστήριξή του, παρόλους τους φόβους που εξέφραζε για ‘μεσσιολατρεία’ της ελληνικής κοινωνίας.

Ετυμολογία

μεσσιολατρεία < μεσσί(ας) + -ο- + -λατρεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεσσιολατρείαμεσσιολατρείες
Γενικήμεσσιολατρείαςμεσσιολατρειών
Αιτιατικήμεσσιολατρείαμεσσιολατρείες
Κλητικήμεσσιολατρείαμεσσιολατρείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →