μεσόφρυδο
•
- ανατομίατο τμήμα του προσώπου ανάμεσα από το πάνω μέρος της μύτης και τα φρύδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεσόφρυδο < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μέσος + ὀφρῦς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεσόφρυδο | μεσόφρυδα |
| Γενική | μεσόφρυδου | μεσόφρυδων |
| Αιτιατική | μεσόφρυδο | μεσόφρυδα |
| Κλητική | μεσόφρυδο | μεσόφρυδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →