φρύδι
•
- ανατομίακαθένας από τους δύο τοξωτούς τριχωτούς σχηματισμούς, που βρίσκονται πάνω από τις κόγχες των ματιών Βικιλεξικό
- Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1985)
- Από τα αυτιά της κρέμονταν δυο μεγάλοι ασημένιοι κρίκοι κι απ'το δεξί της φρύδι ένα μικρό σκουλαρίκι και σου έδινε την εντύπωση πως έπασχε από βλεφαρόπτωση. (Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, Το μάτι της επανάστασης έχει αχρωματοψία, μυθιστόρημα, εκδ. Ωκεανίδα, 2004, σελ. 30)
- γεωλογίαη νοητή καμπυλωτή γραμμή που διαχωρίζει την κορυφή ενός όρους ή μιας οροσειράς από τον υπόλοιπο κατώτερο ορεινό όγκο Βικιλεξικό
- Πρώτος ανασκαφέας του υπήρξε ο Αναστάσιος Ορλάνδος, το 1925, ο οποίος στις 10 μέρες της έρευνάς του σχεδίασε το τοπογραφικό όλου του χώρου, αποτυπώνοντας όλα τα ορατά τότε και εν μέρει αποκαλυφθέντα λείψανα κτηρίων, όπως και τον τοίχο του περιβόλου που ακολουθεί την καμπύλη στο φρύδι του οροπεδίου, χωρίς να σχηματίζει καμιά γωνία. (*)
- γεωλογίατο σύνολο των σημείων σ’ ένα όρος ή μια οροσειρά, απ’ όπου μπορεί κάποιος να βλέπει όλα τα κατώτερα σημεία μέχρι τους πρόποδες Βικιλεξικό
- το άκρο ενός γκρεμού, ενός βράχου, μιας τάφρου, το κράσπεδο ενός υψώματος Βικιλεξικό
- Η πλειοψηφία επιχείρησε να μεταθέσει την ευθύνη για την κατάσταση (πολυκατοικίες που χτίζονται στο φρύδι του γκρεμού και συνεχώς επεκτείνονται) στο υπουργείο Περιβάλλοντος, που δεν εγκρίνει αναθεωρημένη πολεοδομική μελέτη από το 2006. (*)
- ναυτικός όροςμαύρο σύννεφο που προμηνύει καταιγίδα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτο επάνω μέρος της καμπύλης ενός κύματος Βικιλεξικό
- φυτόείδος ορχιδέας (ophrys) Βικιλεξικό
- Ο λόγος είναι ότι οι εν λόγω ορχιδέες είναι αδύνατο να αναπαραχθούν σε συνθήκες θερμοκηπίου, χωρίς έναν ειδικό μύκητα που συμβιώνει με το φυτό στο έδαφος και ένα ειδικό έντομο-επικονιαστή, το οποίο γονιμοποιεί το φυτό μεταφέροντας γύρη. Μάλιστα, το λατινικό όνομα «Οphrys» προέρχεται από το αρχαιοελληνικό «ὀφρῦς», δηλαδή φρύδι, εξαιτίας των τριχωτών άκρων των πετάλων. Αυτά προσομοιάζουν σε θηλυκά έντομα, ώστε να προσελκύουν τα αρσενικά έντομα που λειτουργούν ως επικονιαστές. (*)
Ετυμολογία
φρύδι < μεσαιωνική ελληνική φρύδι < (ελληνιστική κοινή), υποκοριστικό τού (αρχαία ελληνική) ὀφρῦς / ὀφρύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃bʰrúHs, *bʰruH
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρύδι | φρύδια |
| Γενική | φρυδιού | φρυδιών |
| Αιτιατική | φρύδι | φρύδια |
| Κλητική | φρύδι | φρύδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →