μετάληψη
•
- χριστιανισμόςτο τμήμα της Θείας Λειτουργίας κατά το οποίο οι πιστοί κοινωνούν, λαμβάνουν δηλαδή τον άρτο και τον οίνο, που -όπως πιστεύεται- έχουν μετουσιωθεί σε σώμα και αίμα Χριστού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετάληψη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μετάληψις (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μετάληψις < μεταλαμβάνω < λαμβάνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μετάληψη | μεταλήψεις |
| Γενική | μετάληψης | μεταλήψεων |
| Αιτιατική | μετάληψη | μεταλήψεις |
| Κλητική | μετάληψη | μεταλήψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →