Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεταβίβαση

/me.taˈvi.va.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταβιβάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μεταβίβαση < μεσαιωνική ελληνική μεταβίβασις, ή αναδημιουργία λέξης (καθαρεύουσα) μεταβίβα(σις) +-ση < αρχαία ελληνική μεταβιβάζω < μετά + βιβάζω & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transmission

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεταβίβασημεταβιβάσεις
Γενικήμεταβίβασηςμεταβιβάσεων
Αιτιατικήμεταβίβασημεταβιβάσεις
Κλητικήμεταβίβασημεταβιβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →