μεταβίβαση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του μεταβιβάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταβίβαση < μεσαιωνική ελληνική μεταβίβασις, ή αναδημιουργία λέξης (καθαρεύουσα) μεταβίβα(σις) +-ση < αρχαία ελληνική μεταβιβάζω < μετά + βιβάζω & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική transmission
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταβίβαση | μεταβιβάσεις |
| Γενική | μεταβίβασης | μεταβιβάσεων |
| Αιτιατική | μεταβίβαση | μεταβιβάσεις |
| Κλητική | μεταβίβαση | μεταβιβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →