μεταβιβάζω
•
- μεταφέρω, διαβιβάζω, παραχωρώ, μετακινώ Βικιλεξικό
- νομικός όροςπαραχωρώ διά της νομικής οδού κάτι δικό μου σε άλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταβιβάζω < αρχαία ελληνική μεταβιβάζω < μετά + βιβάζω (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική transférer )
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταβιβάζω | μεταβιβάζεις | μεταβιβάζει | μεταβιβάζουμε | μεταβιβάζετε | μεταβιβάζουν / μεταβιβάζουνε |
| Παρατατικός | μεταβίβαζα | μεταβίβαζες | μεταβίβαζε | μεταβιβάζαμε | μεταβιβάζατε | μεταβίβαζαν / μεταβιβάζαν / μεταβιβάζανε |
| Αόριστος | μεταβίβασα | μεταβίβασες | μεταβίβασε | μεταβιβάσαμε | μεταβιβάσατε | μεταβίβασαν / μεταβιβάσαν / μεταβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταβιβάζω / θα μεταβιβάσω | θα μεταβιβάζεις / θα μεταβιβάσεις | θα μεταβιβάζει / θα μεταβιβάσει | θα μεταβιβάζουμε / θα μεταβιβάσουμε | θα μεταβιβάζετε / θα μεταβιβάσετε | θα μεταβιβάζουν / θα μεταβιβάζουνε / θα μεταβιβάσουν / θα μεταβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταβιβάσει | έχεις μεταβιβάσει | έχει μεταβιβάσει | έχουμε μεταβιβάσει | έχετε μεταβιβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταβιβάσει | είχες μεταβιβάσει | είχε μεταβιβάσει | είχαμε μεταβιβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταβιβάσει / να μεταβιβάζω / να μεταβιβάσω | να έχεις μεταβιβάσει / να μεταβιβάζεις / να μεταβιβάσεις | να έχει μεταβιβάσει / να μεταβιβάζει / να μεταβιβάσει | να έχουμε μεταβιβάσει / να μεταβιβάζουμε / να μεταβιβάσουμε | να έχετε μεταβιβάσει / να μεταβιβάζετε / να μεταβιβάσετε | να μεταβιβάζουν / να μεταβιβάζουνε / να μεταβιβάσουν / να μεταβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | μεταβίβαζε / μεταβίβασε | — | — | μεταβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μεταβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →