μεταγγίζω
•
- διοχετεύω κάποιο υγρό από ένα μέρος σε άλλο Βικιλεξικό
- ιατρικήχορηγώ αίμα ενδοφλεβίως σε κάποιον από το αίμα συμβατού δότη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταγγίζω < (ελληνιστική κοινή) < μετά + αρχαία ελληνική ἄγγος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεταγγίζω | μεταγγίζεις | μεταγγίζει | μεταγγίζουμε | μεταγγίζετε | μεταγγίζουν / μεταγγίζουνε |
| Παρατατικός | μετάγγιζα | μετάγγιζες | μετάγγιζε | μεταγγίζαμε | μεταγγίζατε | μετάγγιζαν / μεταγγίζαν / μεταγγίζανε |
| Αόριστος | μετάγγισα | μετάγγισες | μετάγγισε | μεταγγίσαμε | μεταγγίσατε | μετάγγισαν / μεταγγίσαν / μεταγγίσανε |
| Μέλλοντας | θα μεταγγίζω / θα μεταγγίσω | θα μεταγγίζεις / θα μεταγγίσεις | θα μεταγγίζει / θα μεταγγίσει | θα μεταγγίζουμε / θα μεταγγίσουμε | θα μεταγγίζετε / θα μεταγγίσετε | θα μεταγγίζουν / θα μεταγγίζουνε / θα μεταγγίσουν / θα μεταγγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεταγγίσει | έχεις μεταγγίσει | έχει μεταγγίσει | έχουμε μεταγγίσει | έχετε μεταγγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεταγγίσει | είχες μεταγγίσει | είχε μεταγγίσει | είχαμε μεταγγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μεταγγίσει / να μεταγγίζω / να μεταγγίσω | να έχεις μεταγγίσει / να μεταγγίζεις / να μεταγγίσεις | να έχει μεταγγίσει / να μεταγγίζει / να μεταγγίσει | να έχουμε μεταγγίσει / να μεταγγίζουμε / να μεταγγίσουμε | να έχετε μεταγγίσει / να μεταγγίζετε / να μεταγγίσετε | να μεταγγίζουν / να μεταγγίζουνε / να μεταγγίσουν / να μεταγγίσουνε |
| Προστακτική | — | μετάγγιζε / μετάγγισε | — | — | μεταγγίζετε / μεταγγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →