μεταδοτικός
•
- ασθένειαπου μπορεί να μεταδοθεί από ον που νοσεί σε ένα άλλο υγιές Βικιλεξικό
- ότι οι εθνικές κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν αναλάβει την υποχρέωση να κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, με τηλεγράφημα, τηλετυπία ή τηλεφωτοτυπία, εντός 24 ορών, την επιβεβαίωση της εμφάνισης οποιασδήποτε μολυσματικής ή μεταδοτικής νόσου των ιπποειδών των πινάκων Α και Β του αρμόδιου κτηνιατρικού οργανισμού (93/195/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 1993 για τους υγειονομικούς όρους και την υγειονομική πιστοποίηση που απαιτούνται για την επανείσοδο εγγεγραμμένων ίππων προοριζόμενων για ιπποδρομίες, διαγωνισμούς και πολιτιστικές εκδηλώσεις μετά από προσωρινή εξαγωγή https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:31993D0195)
- «Ξέρεις - ήταν νοροϊός; Ή απλά τροφική δηλητηρίαση; Γιατί αν ήταν τροφική δηλητηρίαση, δεν είναι μεταδοτική. Ο νοροϊός, από την άλλη πλευρά;» (Elizabeth Spann Craig, μεταφράστρια: Κωνσταντίνα Καραμπέτσου, Κρουαζιέρα με Φόνο, 2024)
- που εύκολα μεταδίδεται Βικιλεξικό
- πρόσωποπου μεταδίδει εύκολα και κατανοητά τις γνώσεις του στους άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεταδοτικός < μεταδίδω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταδοτικός | μεταδοτική | μεταδοτικό |
| Γενική | μεταδοτικού | μεταδοτικής | μεταδοτικού |
| Αιτιατική | μεταδοτικό | μεταδοτική | μεταδοτικό |
| Κλητική | μεταδοτικέ | μεταδοτική | μεταδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μεταδοτικοί | μεταδοτικές | μεταδοτικά |
| Γενική | μεταδοτικών | μεταδοτικών | μεταδοτικών |
| Αιτιατική | μεταδοτικούς | μεταδοτικές | μεταδοτικά |
| Κλητική | μεταδοτικοί | μεταδοτικές | μεταδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →