μετακαλώ
•
- καλώ κάποιον να έρθει για ορισμένο σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετακαλώ < αρχαία ελληνική μετακαλέω / μετακαλῶ < μετά + καλέω / καλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μετακαλώ | μετακαλείς | μετακαλεί | μετακαλούμε | μετακαλείτε | μετακαλούν / μετακαλούνε |
| Παρατατικός | μετακαλούσα | μετακαλούσες | μετακαλούσε | μετακαλούσαμε | μετακαλούσατε | μετακαλούσαν / μετακαλούσανε |
| Αόριστος | μετακάλεσα | μετακάλεσες | μετακάλεσε | μετακαλέσαμε | μετακαλέσατε | μετακάλεσαν / μετακαλέσαν / μετακαλέσανε |
| Μέλλοντας | θα μετακαλέσω / θα μετακαλώ | θα μετακαλέσεις / θα μετακαλείς | θα μετακαλέσει / θα μετακαλεί | θα μετακαλέσουμε / θα μετακαλούμε | θα μετακαλέσετε / θα μετακαλείτε | θα μετακαλέσουν / θα μετακαλέσουνε / θα μετακαλούν / θα μετακαλούνε |
| Παρακείμενος | έχω μετακαλέσει | έχεις μετακαλέσει | έχει μετακαλέσει | έχουμε μετακαλέσει | έχετε μετακαλέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μετακαλέσει | είχες μετακαλέσει | είχε μετακαλέσει | είχαμε μετακαλέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μετακαλέσει / να μετακαλέσω / να μετακαλώ | να έχεις μετακαλέσει / να μετακαλέσεις / να μετακαλείς | να έχει μετακαλέσει / να μετακαλέσει / να μετακαλεί | να έχουμε μετακαλέσει / να μετακαλέσουμε / να μετακαλούμε | να έχετε μετακαλέσει / να μετακαλέσετε / να μετακαλείτε | να μετακαλέσουν / να μετακαλέσουνε / να μετακαλούν / να μετακαλούνε |
| Προστακτική | — | μετακάλει / μετακάλεσε | — | — | μετακαλέστε / μετακαλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →