Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετακλητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μετακληθεί ή μπορεί να μετακληθεί Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου καλείται λόγω εξειδίκευσης ή επιστημονικής κατάρτισης να προσφέρει είτε την τέχνη του είτε τις επιστημονικές του γνώσεις. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετακλητός < μετακαλώ + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετακλητόςμετακλητήμετακλητό
Γενικήμετακλητούμετακλητήςμετακλητού
Αιτιατικήμετακλητόμετακλητήμετακλητό
Κλητικήμετακλητέμετακλητήμετακλητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμετακλητοίμετακλητέςμετακλητά
Γενικήμετακλητώνμετακλητώνμετακλητών
Αιτιατικήμετακλητούςμετακλητέςμετακλητά
Κλητικήμετακλητοίμετακλητέςμετακλητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →