μετακλητός
•
- που έχει μετακληθεί ή μπορεί να μετακληθεί Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου καλείται λόγω εξειδίκευσης ή επιστημονικής κατάρτισης να προσφέρει είτε την τέχνη του είτε τις επιστημονικές του γνώσεις. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μετακλητός < μετακαλώ + -τός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετακλητός | μετακλητή | μετακλητό |
| Γενική | μετακλητού | μετακλητής | μετακλητού |
| Αιτιατική | μετακλητό | μετακλητή | μετακλητό |
| Κλητική | μετακλητέ | μετακλητή | μετακλητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μετακλητοί | μετακλητές | μετακλητά |
| Γενική | μετακλητών | μετακλητών | μετακλητών |
| Αιτιατική | μετακλητούς | μετακλητές | μετακλητά |
| Κλητική | μετακλητοί | μετακλητές | μετακλητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →